Ο Π. Ευαγγελινός γράφει για έναν κομμουνιστή ποιητή

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011 ·

Στο βιβλίο του χωριανού μας Πάνου Ευαγγελινού «Σοβαρά και γελοία» συναντούμε μια αναφορά που κάνει σε έναν μεγάλο έλληνα ποιητή, τον Γ. Κοτζιούλα με τον οποίον βρέθηκαν συγκρατούμενοι τα «πέτρινα χρόνια.

Ο Γιώργος Κοτζιούλας γεννήθηκε το 1909 στο χωριό Πλατανούσα Aρτας και πέθανε το 1956 στην Αθήνα.
Από τα πιο γνωστά και πηγαία ποιητικά ταλέντα της χώρας μας, αλλά κι απ' τους πιο βασανισμένους Νεοέλληνες λογοτέχνες, ο Γιώργος Κοτζιούλας ξεκαθάρισε εξαρχής το στόχο της δημιουργίας του κι έμεινε αταλάντευτα πιστός σ' αυτόν ως το τέλος της ζωής του. Μοναδική πηγή έμπνευσης για τον Κοτζιούλα είναι ο λαός, η φτωχολογιά, κάτι που φαίνεται και από τα ποιήματά του αλλά και από την στράτευση του στις γραμμές του ΕΛΑΣ όπου πολέμησε τότε τον κατακτητή.

Αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε τι έγραψε ο Πάνος Ευαγγελινός γ’ αυτόν τον κομμουνιστή ποιητή
.

Γιώργος Κοτζιούλας
  Ο ποιητής που δεν ήταν "καν φτωχός"

Τον γνώρισα τότες που ή «Καθημερινή» δημοσίευε επεφυλλίδα τη «Δασκάλα» του Μυριβήλη. Αντιγράφαμε μαζί που και που τα χερογραφα του συγγραφέα με τα οποία δυσκολεύονταν οι στοιχειοθέτες της εφημερίδας.
Τον ξαναντάμωσα τον Αύγουστο του 48 στα φοβερά μπουντρούμια του Τμήματος Μεταγωγών Αθηνών. Προχτές στην «Έλευθερία», απ' τον Κ. Μεραναίο έμαθα το θάνατο του.

Τότες πού τον πρωτογνώρισα στο ξενοδοχείο «Κύπρος» της Αθήνας, νόμισα πώς δεν είχαμε μεγάλες διαφορές, ή πιο καλά πώς είχαμε μια μονάχα διαφορά. Το ντύσιμο. Καλοντυμένος εγώ επαρχιώτης άπ' το νησί της Λέσβος, φτωχοντυμένος κείνος με την τραγιάσκα και τα χοντρά του παπούτσια, άπ' τα βουνά της Ηπειρος. Υστερα είδα πώς δεν είχαμε τίποτα κοινό. Ποιητής αυτός, Φαρμακοτρύφτης εγώ. Χωρίσαμε για χρόνια πολλά.

Ενα αποπνιχτικό και θλιβερό βράδυ του Αυγούστου του 48, βρόντιξαν πάλι οι αλυσίδες του κελλιού 8 του Μεταγωγού Αθηνών. Στή στιβαγμένη μέσα ανθρώπινη μάζα έπεσε με μια κλωτσά ένας καλοντυμένος άνθρωπος. Ό καλοντυμένος άνθρωπος στάθηκε εκεί πού τον έρριξαν, ίσως πάνω σ' ένα πόδι, ίσως γερμένος πάνω σ' ένα πλευρό. Εμείς οι μέσα τον περιεργαζόμασταν δύσπιστα κι' ερευνητικά, κείνος με βλέμμα έντρομο, χαμένο, ερωτηματικό.

Σε λίγο, ο κέρβερος δεσμοφύλακας, άπ' τη στενή τρύπα της πόρτας μας απειλούσε με κραυγές : Κότζιλας, Κίτζιλος, Κατζουλάς, βρε βούλγαροι θα μπω μέσα με τον βούρδουλα, βρέ, ένας δάσκαλος, βρε άτιμοι, μιλάτε...

Κανείς δεν ήταν σε θέση ν' άποκριθή. Ό φυματικός του κελλιού πεσμένος στη γωνιά ξέρασε μια χούφτα αίμα κι' ο καλοντυμένος νιόφερτος «άγρόν αγόραζε» μέσα στην αντάρα του. Σύρθηκα με κόπο και τον πλησίασα. Άπ' οξω ο άλλος ούρλιαζε.
— Πώς λέγεσαι ; Δεν ακούς τι γίνεται ;
Δεν απάντησε και κατάλαβα πώς ήταν κουφός ή πώς τάχε εντελώς χαμένα.
— Πώς λέγεσαι ; του λέγω μέσ' τ' αυτί του.
— Κοτζιούλας, Γιώργος Κοτζιούλας, μου λέει φοβισμένα και σιγά.

Ό δεσμοφύλακας κλωτσούσε την πόρτα και σαλαγούσε τις κλειδαριές να την ανοίξει. Τούπαν το όνομα, έβρισε και χάθηκε απάνω στον ήλιο και στο φως.
Εμεινα και τον κοίταζα. Κείνος το ίδιο, με τρόμο κι' αναμονή : Ναι, Κοτζιούλας, να, είμαι στο χέρια σου.
Μεσολάβησε μια ανείπωτη για μένα στιγμή, ξανακοιταχτήκαμε και τούπα τ' όνομα μου. Το τρεμούλιασαν τα χίλια του και ριχτήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Μούπε τα καθέκαστα. Ηρέμησε. Το βλέμμα του έγινε πράο, όλο θλίψη κι' έγκαρτέρηση σαν του Ίησού. «Ναι εκείνος. Μουκανε επίθεση άπ' τον Ραδιοφωνικό Σταθμό. Δεν πειράζει. "Ισως νάκανε λάθος, ίσως άλλοι...» Τον ζητούσαν απ' το Στρατοδικείο Λάρισσας ή Λαμίας

Πρωΐ - πρωΐ, μαζί μ' άλλους μας δέσανε μαζί. Εγώ έμεινα στα Βούρλα και κείνον τον πήρανε μακρυά στη Θεσσαλία, στον Γολγοθά του.

Αυτά γράφει στο βιβλίο του ο Πάνος Ευαγγελινός και εμείς κλείνοντας την ανάρτησή μας προσθέτουμε ένα απ' τα πιο κλασικά ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Που θα πάτε, που θα πάτε! Κομποδιάστε τα κλεμένα,
κρύψτε και τ’ ασημικά σας να τα χαίρεται η σκουριά
Θάβγουμε κι’ εμείς παγάνα, θα σας εύρουμε ως τον ένα,
και στην πόλη μέσα αν είστε και στ’ απόμερα χωριά.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Κι απ’ τις άγιες πίσω εικόνες
αν τρυπώστε, θα σας βρούμε μ’ όλα τα υποκριτικά
παρακάλια στο θεούλη που αναμπαίζεταν αιώνες
αδικεύοντας το πλήθος όπου τούχατε χαλκά.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Ξεσηκώθηκαν οι σκλάβοι,
κι όσοι ζούσαν αφεντάδες με τον ίδρο του αλλουνού
δε γλυτώνουν ούτ’ αν φύγουν με ταχύπλωρο καράβι,
τόσο πλήθυναν τα δάκρυα της φτωχιάς και του ορφανού.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Φυλακές και ξερονήσια
κι οι κλωτσιές στα κρατητήρια και οι χαφιέδες στα γιαπιά
μας διδάξαν να βρούμε τους δημίους αλύπητα, ίσια
σαν το φίδι που του δίνουν κατακέφαλα χτυπιά.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Μόλις βλέπαμε κορδόνια
μας ερχόταν να χωθούμε στα κατάβαθα της γης,
και θαρρούσατε πως θάστε στου λαού τη ράχη αιώνια
μη γρικώντας τα σημάδια της μεγάλης αλλαγής.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Να, ξυπνάει ο μιναδόρος
και της θάλασσας ο μούστος κι ο λιγόλογος σκαφτιάς.
Πες και πες οι απλοί διδάχοι, στα στερνά θα πιάσ’ ο σπόρος
κι είναι πια φουρτούνας βόγγος η φωνή της εργατιάς.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Στα σχολειά και στις στρατώνες
κι απ’ τους άμβωνες απάνω Φαρισαίοι χωρίς καρδιά
μας κρατούσαν στο σκοτάδι και με νόμους, με κανόνες
πρόσταζαν τον πεινασμένο «σουτ», «σκασμός» και «τσιμουδιά».

Που θα πάτε, που θα πάτε! Πρόστυχοι καλαμαράδες
με ψυχή ξεπουλημένη γράφανε κατεβατά
που γινόταν απ’ το κράτος φημερίδες και φυλλάδες
να στραβώνετ’ ο καθένας, να φλομώνεται μ’ αυτά.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Παίρνατ’ άνογους χωριάτες
και τους στέλνατε κοπάδι στου πολέμου τη φωτιά,
διασκεδάζοντας οι ίδιοι με κυρίες μυρωδάτες
απ’ αυτές που τόχουν ρίξει στο πιοτό και στα χαρτιά.

Που θα πάτε, που θα πάτε! Δες που σήκωσε κεφάλι
κι όλο δείχνει τη γροθιά του προλετάριος τρομερός.
Δε σας αξίζ’ η εξουσία και γι’ αυτό την παίρνουν άλλοι.
Κατευόδιο, άρχοντές μου! Βλέπετε, άλλαξ’ ο καιρός

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

Η Αγία Παρασκευή βρίσκεται στο κέντρο περίπου της Λέσβου, έχοντας το πλεονέκτημα ενός ικανοποιητικού οδικού δικτύου. Αυτό απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από τρεις δρόμους. Ο ένας από αυτούς, ο κύριος, είναι παρακλάδι της Εθνικής Οδού Μυτιλήνης-Σιγρίου. Ο δεύτερος είναι παρακλάδι του δρόμου Καλλονής-Πέτρας, και ο τρίτος του δρόμου Μυτιλήνης-Μανταμάδου. Απέχει τέσσερα χιλιόμετρα από την πλησιέστερη ακτή, τον Κόλπο Καλλονής.

Το χωριό είναι χτισμένο σε λεκανοπέδιο, που περιβάλλεται από χαμηλά βουνά φυτεμένα με ελιές, και μικρούς γυμνούς λόφους. Το σύνολο σχεδόν του οικισμού αποτελείται από αγροτικά και αστικά σπίτια χτισμένα με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Λέσβου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το κτήριο των Εκπαιδευτηρίων, το Δημαρχείο και η Εκκλησία. Στην είσοδο του χωριού υπάρχουν παλιά βιομηχανικά κτήρια, κυρίως ελαιοτριβεία. Ένα από αυτά έχει αναπαλαιωθεί και στεγάζει πρότυπο βιομηχανικό μουσείο, το Μουσείο της Ελιάς.

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΜΑΣ

Το πανηγύρι του Ταύρου

Το πανηγύρι του Ταύρου είναι το σημαντικότερο λαϊκό δρώμενο της κοινότητας Αγίας Παρασκευής Λέσβου και συνδυάζει ποικιλία εκδηλώσεων που διαπλέκονται γύρω από το τελετουργικό της ταυροθυσίας. Το πανάρχαιο αυτό έθιμο αναβίωσε στις αρχές του περασμένου αιώνα και καθιερώθηκε σαν ευλαβική προσφορά μνήμης στον Άγιο Χαράλαμπο, τον προστάτη του Ισναφιού (συντεχνία) των Ζευγάδων.

Το Ισνάφι, που ιδρύθηκε το 1774 γι αν προασπίσει τα συμφέροντα των αγροτών της κοινότητας που περισσότεροι ήταν ζευγάδες, υπήρξε το πρώτο σωματείο στην Αγία Παρασκευή. Όπως αναφέρει η λαϊκή παράδοση, το πανηγύρι τιμά τον Άγιο που στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας έσωσε έναν Αγιοπαρασκευώτη ζευγά, τον Μαλομύτη, που είχε χάσει το ταυρί του στη περιοχή του ξωκλησιού του Αγίου, από τα χέρια του τούρκου λήσταρχου της περιοχής.
Το πανηγύρι καθιερώθηκε να γίνεται χωρίς διακοπή από το Ισνάφι και τα έσοδα του να διατίθενται για το κοινό όφελος των κατοίκων.

Μαζί με τη προσφορά θυσίας του ταύρου (κουρμπάνι) και την λειτουργία στο ξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους διεξάγονται ιππικοί αγώνες, και μοιράζεται το κεσκέτσι, το κρέας του ταύρου που βράζει με κρεμμύδια και στάρι σε μεγάλα καζάνι κατά τη διάρκεια της νύχτας, έξω απ’ το ξωκλήσι.

Στις πολυήμερες εκδηλώσεις που γίνονται από Παρασκευή έως και Δευτέρα, στα μέσα Ιουνίου συνήθως, σημαντική θέση κατέχουν οι χοροί και τα τραγούδια καθώς και οι λαϊκές κομπανίες που παίζουν Λεσβιακούς Αγιοπαρασκευώτικους και Μικρασιατικούς σκοπούς.

Το πανηγύρι του Ταύρου που συμπίπτει χρονικά με το μέστωμα της Άνοιξης και την προετοιμασία των αγροτικών εργασιών του θερισμού είναι από τα πιο ενδιαφέροντα τεκμήρια επιβίωσης παγανιστικών λατρευτικών εθίμων και του συνδυασμού τους με τις χριστιανικές λαϊκές παραδόσεις.
Το πανηγύρι του Ταύρου είναι στενά συνυφασμένο με την ζωή και την ιστορία των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής.
Αποτελεί το σημαντικότερο κοινωνικό γεγονός του χωριού και είναι αφορμή συνάντησης και επιστροφής στην πατρίδα των απανταχού Αγιοπαρασκευωτών.

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ F/B

ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ

Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς;
Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ' όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι' αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.

Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.

Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιατους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ; ...

...Αυτοί που πούλησαν τις γυναίκες και τις αδελφές στον κατακτητή, για να κάνουν τα νταραβέρια μαζί του, και μας σκλάβωσαν διπλά, αυτοί πάνε τώρα να μας πείσουν ότι είναι οι κέρβεροι της τιμής και της ηθικής! Μ' αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό για να συνεχίσουν το ξεζούμισμα και την εκμετάλλευσή του. Και πολλές φορές το καταφέρνουν αυτό και μας πείθουν μάλιστα ότι έτσι είναι όπως τα λένε»...

-Από τον ιστορικό λόγο του Αρη Βελουχιώτη στην Λαμία

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Α.Ο ΔΙΑΓΟΡΑΣ

Α.Ο ΔΙΑΓΟΡΑΣ

ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ ΜΟΥ